Διδασκαλία Υπολογιστών:Διχάζει η αρμόζουσα ηλικία.
Κατάλληλοι για ανηλίκους ή «από 13»;

(ΠΑΙΔΕΙΑ 2001, Πελοπόννησος
Του ΘΑΝΑΣΗ Κ. ΤΣΑΚΑΛΙΔΗ)

 

«Ε καλά τώρα... Αυτά για μένα είναι παιχνιδάκι... Μόνο στο Ίντερνετ δεν μπορώ να μπαίνω γιατί δεν με αφήνει ο πατέρας μου. Μάλλον το κλειδώνει γιατί ξέρει ότι αν ασχοληθώ, θα βρω το κόλπο...».

Αναστάσης, ετών 7, μαθητής στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, αλλά από πλευράς πληροφορικής θα μπορούσε να θεωρηθεί γυμνασιόπαιδο.

«Επειδή το παιδί πατάει ένα κουμπί δεν σημαίνει ότι είναι και Αϊνστάιν» μας προσγειώνει στην πραγματικότητα ο Θανάσης Τσακαλίδης, καθηγητής του τμήματος Μηχανικών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Πληροφορικής στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας, και με την φράση «είναι σαν το νυχοκόπτη» απογυμνώνει και απομυθοποιεί τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, υποδεικνύοντας στους γονείς ότι δεν μπορούν να δημιουργήσουν χειριστές Η/Υ από ... κούνια.

Την ίδια στιγμή, στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και στο πλαίσιο του πιλοτικού προγράμματος της «ευέλικτης ζώνης δημιουργικών δραστηριοτήτων» οι μαθητές του Δημοτικού θα έχουν τη δυνατότητα να πάρουν μια πρώτη γεύση από κομπιούτερ.

«Είναι αδήριτη αναγκαιότητα της εποχής, γιατί αλλιώς θα έχουμε ηλεκτρονικά αναλφάβητους» δηλώνει ο Σταμάτης Αλαχιώτης, πρόεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Κι’ όμως οι δύο τοποθετήσεις καταλήγουν σε μια κοινή συνισταμένη: Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές στην παιδική ηλικία προσφέρονται μόνο για εξοικείωση με το σύστημα και όχι για εκμάθηση.

«Το παιδί πρέπει να καταλάβει ότι ο υπολογιστής είναι ένα πολύ απλό εργαλείο που σιγά-σιγά θα το συναντήσει μπροστά του. Το πιο σημαντικό είναι να απομυθοποιήσει αυτό το εργαλείο και να το χρησιμοποιεί για παιχνίδια μόνο σε ένα περιορισμένο χρόνο κι έπειτα να το χρησιμοποιήσει για δημιουργική απασχόληση. Να ασχολείται με πιο εξελιγμένα προγράμματα που είτε το βοηθάει να μάθει καλύτερα Αγγλικά ή και να κτίσει το δικό του εικονικό κόσμο» παρατηρεί ο κ. Τσακαλίδης.

Συνεπώς το «μάθε παιδί μου υπολογιστές!» δεν έχει καμία σχέση με το γνωστό «μάθε παιδί μου γράμματα και μια ξένη γλώσσα...».

Ο διαχωρισμός είναι απόλυτος και πολύ συγκεκριμένος.

«Οι υπολογιστές δεν είναι μια τεράστια ποσότητα γνώσης, όπως τα Αγγλικά, που θα πρέπει να την αφομοιώσει κανείς ως βάση. Δεν υπάρχει δηλαδή ποσοτική γνώση που θα πρέπει να διοχετευτεί σε ένα παιδί μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Άρα, δεν χρειάζεται να ακολουθήσει το παιδί ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης για ένα, δύο, ή τρία χρόνια» κάνει το διαχωρισμό ο κ. Τσακαλίδης και θεωρεί ως κατάλληλη ηλικία τα 11-12 χρόνια για να αρχίσει ένας μαθητής να ασχολείται πιιο συστηματικά με τους υπολογιστές.

Δεν αποκλείει ωστόσο ενασχόληση σε μικρότερη ηλικία, αρκεί να γίνεται με διακοπτόμενο σύστημα, που δεν θα επιβαρύνει τους μαθητές, αλλά απλώς θα τους εισάγει στο σύστημα.

«Αν πρέπει να ολοκληρώσει ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης είναι σαν να ετοιμάζεις το παιδί για ένα επάγγελμα. Δεν μπορώ να καταλάβω δηλαδή το νόημα των σχολών που αναφέρονται σε σπουδές τριών ή πέντε χρόνων» παρατηρεί ο Καθηγητής Πληροφορικής και γίνεται πιο συγκεκριμένος.

«Κατάλληλη ηλικία είναι εκείνη που ξεκινάει και τα Αγγλικά. Δηλαδή, στη Β ή στη Γ Δημοτικού, αλλά το μάθημα των υπολογιστών χρειάζεται σύστημα και μάλιστα διακοπτόμενο» αναφέρει και εξηγεί:


«Στην ηλικία των 11 χρόνων μπορεί να ξεκινήσει ένα παιδί εκπαίδευση, η διάρκεια της οποίας μπορεί να προσδιοριστεί στους τρεις μήνες. Κάτι σαν εξοικείωση, δηλαδή. Κι έπειτα να επανέλθει για ένα εξάμηνο, ούτως ώστε να μπει κλιμακωτά στο νόημα αυτής της τεχνικής».

Για «παροχή γνώσης ανάλογα με το νοητικό επίπεδο» μιλάει και ο κ. Αλαχιώτης, εξηγώντας ότι ο τρόπος που θα εισέλθουν τα κομπιούτερ στα Δημοτικά θα είναι περισσότερο διασκεδαστικός και δημιουργικός, παρά εκπαιδευτικός. «Δεν θα είναι αυτοσκοπός η γνώση της πληροφορικής» διευκρινίζει.

Το μήνυμα προς τους γονείς πάντως δίνει ο κ. Τσακαλίδης:
«Αν μάθουν τα παιδιά από μικροί υπολογιστές, δεν λέει τίποτα. Άνεργοι θα είναι πάλι. Τι να εκπαιδεύσεις για την επόμενη δεκαετία, όταν τα περιβάλλοντα των υπολογιστών αλλάζουν κάθε τρία με τέσσερα χρόνια».

Συνεπώς δεν είναι μόνο πρακτικοί οι λόγοι που βάζουν ηλιακούς φραγμούς στην εκπαίδευση των Η/Υ, είναι και πρακτικοί καθώς οι εξελίξεις στην πληροφορική τρέχουν με ασύλληπτη ταχύτητα.

«Αλλάζουν τόσο γρήγορα τα πράγματα και οι υπολογιστές, τρέχουν τόσο οι εξελίξεις που ποτέ δεν πρόκειται να ολοκληρώσεις τις γνώσεις σου. Άρα δεν χρειάζεται και τόσος κόπος».

Απόδειξη αυτού: Στέλεχος εταιρίας Πληροφορικής μιλούσε για τις γνώσεις της μικρής του κόρης. «Ξέρει περισσότερα από εμένα» έλεγε κι εξηγούσε ότι ορισμένες από τις γνώσεις που εκείνος είχε πάρει στο ξεκίνημα της εκπαίδευσης του ήταν άχρηστες πια και η κόρη του μάθαινε τις νέες εξελίξεις που εκείνος προ λίγου καιρού είχε πληροφορηθεί.

Έτσι ή αλλιώς οι μικροί έχουν επαφή με τους υπολογιστές. Είτε στο σπίτι, είτε στο σχολείο, είτε στο κέντρο εκπαίδευσης.

«Πάρα πολλοί μαθητές έχουν υπολογιστή σπίτι και τα σχολεία σχεδόν καθόλου» παρατηρεί ο κ. Τσακαλίδης, που δείχνει να συμφωνεί με την υπό όρους εισαγωγή του μαθήματος ακόμα και στα Δημοτικά: «Θα μπορούσε στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση να υπάρχει μόνο το στάδιο της εξοικείωσης και πιο συστηματική εκπαίδευση στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση» αναφέρει.

Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές: Πλήκτρα, οθόνη, ποντίκι και φυσικά οι δυνατότητές τους προφανώς και εξάπτουν τη φαντασία των μικρών, αλλά επίδοξων χειριστών των Η/Υ που μπορούν να αφοσιωθούν στη μαγεία της πληροφορικής.

Ο πελώριος κόσμος του Ίντερνετ είναι μια άλλη πραγματικότητα που επίσης έλκει το ενδιαφέρον των παιδιών. Έχουν όμως το ελεύθερο να ανοίξουν την πύλη του Διαδικτύου;

«Θα ήταν σπουδαία η επικοινωνία των παιδιών μέσω του Ίντερνετ. Να επικοινωνείς δηλαδή με τον Ινδό φίλο σου που ποτέ δεν έχεις δει και κάπως έτσι να κατανοήσεις τη διεθνικότητα» τονίζει ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών και θέτει περιορισμούς:
«Το Ίντερνετ, είτε για ενήλικες, είτε για ανηλίκους, είναι για μισή ώρα την ημέρα και πάντα εντός του εργασιακού μας χρόνου. Ο ελεύθερος χρόνος πρέπει να παραμείνει ιερός, γιατί σε άλλη περίπτωση μιλάμε για εγκλωβισμό με ενδιαφέροντα που στην ουσία δεν είναι πραγματικά. Όσο εύκολα μπαίνει κανείς, τόσο εύκολα πρέπει και να βγαίνει. Αλλιώς μιλάμε για έξη» καταλήγει ο κ. Τσακαλίδης.